ἐρίκλαυτος

ἐρί-κλαυτος, ον,
A much-weeping,

γονεῖς AP7.560

(Paul. Sil.);

πένθος Epigr.Gr.406.8

([place name] Iconium).
II [voice] Pass., much-wept, bewailed, Opp. H.2.668 ([etym.] -κλαυστ-), Epic.Anon. in BKT5(1) p.85.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερίκλαυστος — ἐρίκλαυστος, ον και ἐρίκλαυτος, ον (Α) 1. αυτός που κλαίει πολύ 2. αυτός για τον οποίο κάποιος έχει κλάψει πολύ, ο πολύκλαυτος, ο πολυθρήνητος («ἐρίκλαυστος πόλεμος», Οππ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ερι (επιτ. μόριο) + κλαυστός (< κλαίω)] …   Dictionary of Greek

  • ἐρικλαύτοιο — ἐρίκλαυστος masc/fem/neut gen sg (epic) ἐρίκλαυτος much weeping masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρικλαύτοισι — ἐρίκλαυστος masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) ἐρίκλαυτος much weeping masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρικλαύτων — ἐρίκλαυστος masc/fem/neut gen pl ἐρίκλαυτος much weeping masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.